Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες.Αυτές τις μονότονες τις ανιαρές μέρες που περνούσαν χωρίς να αφήνουν πίσω τους κανένα σημάδι καμία θύμιση

Ήταν μέρες τώρα που ενα άσχημο προαίσθημα την περιτρυγίριζε.Κάτι κακό θα συνέβιανε ήταν σίγουρη.

Πίστευε στις προλήψεις στα προαισθήματα και κυρίως είχε εμπιστοσύνη στη καρδιά της.
Αυτή τη φορά όμως το συναίσθημα ήταν περίεργο.

Ούτε καλό αλλα΄ούτε και τραγικό.Αυτά σκεφτόταν όσο ετοιμαζόταν για το γραφείο.
Κάθε μέρα τα ίδια πρωινό ξύπνημα μπάνιο μαλλί σχεδόν κομμωτηρίου και βάψιμο κλασάτο αλλά κατάλληλο για πρωί.

Ήταν γύρω στα τριάντα παρά κάτι αλλά πάντα έδειχνε μεγαλύτερη.Λόγω ύφους λόγω δουλειάς θες ίσως και λόγω ντυσίματος.Δεν την ενοχλούσε όμως ίσα ίσα της άρεσε να μπερδεύει το κόσμο.

Έφτασε στο γραφείο γύρω στις 8 εκθαμβωτική όπως και κάθε μέρα άλλωστε.
Αλλά με μια μελαγχολία στα μάτια της.Κάτι έκρυβαν αυτά τα μάτια
χωρίς κανείς να μπορεί να καταλάβει τι ήταν αυτό .

Ένα μυστήριο κορίτσι πολύ χαρούμενο αλλά με μαράζι στη ψυχή.
Ήξερε να κρύβει καλά τα προσωπικά της και ότι άσχημο το κράταγε μέσα της και δεν το μοιραζόταν
με κανέναν πέρα από τον εαυτό της.

Της νύχτες έκλαιγε μόνη της και μιλούσε στο μαξιλάρι της σιγά μην
την ακούσει κανείς αλλά και με θυμό για να βγάλει από
μέσα της όλη την ένταση της .


Οι ώρες στο γραφείο κυλούσαν πότε αργά και βασανιστηκά και πότε γρήγορα σαν το νεράκι ανάλογα με τη δουλειά και με την όρεξη που είχε να δουλέψει.
Τις καλές της μέρες πέταγε δούλευε με ρυθμούς τρελούς και έβγαζε δουλειά για δέκα

Τις τελευταίες μέρες όμως δεν είχε όρεξη το μυαλό της δεν μπορούσε να μείνει συγκεντρωμένο και η σκέψη της ταξίδευε.


Ήταν μόνη πολύ καιρό τώρα με λίγους φίλους και χωρίς γονείς.Τους είχε χάσει και τους δυο πριν δυο χρόνια σε ενα τροχαίο στην εθνική.
Και από τότε είχε μείνει μόνη και δεν μπορούσε να βάλει κανέναν στη ζωή της

Είχε παραξενέψει έτσι έλεγε σε όλους και δεν συμβιβαζόταν εύκολα.
Μέσα της όμως λαχταρούσε μια παρέα μια συντροφιά για τις άδειες νύχτες της.Φοβόταν τη νύχτα τη φοβόταν πολύ.
Και μέσα σε τέοιες σκέψεις πέρναγαν οι ώρες και άλλαζαν οι μέρες χωρίς τίποτα το σημαντικό χωρίς καμία αλλαγή χωρίς χρώμα χωρίς μουσική η ζωή της.


Και κάπως περίεργα γνώρισε το Παύλο.Σε μία από τις σπάνιες βραδυνές τις εξόδους με φίλες.
Ήταν Παρασκευή βράδυ και το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα ήταν η κολλητή της αλλά δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει σε κανένα.Από την άλλη πλευρά της γραμής η φίλη της επέμενε γιατί ήξερε την ήξερε πια πολύ καλά και πονούσε μαζί της στενοχωριόταν για την κατάσταση της φιλενάδας της.Από παιδιά μαζί και τα τελευταία χρόνια κόντευε να ξεχάσει την ύπαρξη της το πρώσοπο της το γάργαρο γέλιο.

Τελικά απόφάσισε να σηκώσει το τηλέφωνο και μετά από πολλά παρακάλια αποφάσησε να βγει αν και δεν είχε όρεξη.
Ντύθηκε με το ζόρι βάφτηκεέλαφρα απλα΄και μόνο για να μην φαίνονται έντονα οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της.Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για την παραλιακή.

Πόσα χρόνια είχε να κατέβει στη θάλασσα ούτε που θυμότνα πια.Και μουρμούριζε από τα νεύρα της γιατί ήταν κολλημένη στη κίνηση.Μα τι ήθελε Παρασκευή βράδυ μαζί με όόόόόλο αυτό το κόσμο να τραβιέται στη Γλυφάδα.Μετάνιωνε την ώρα και τη στιγμή που είχε πεί το ναι στη φιλενάδα της.


Και έτσι όπως ήταν αφηρημένη και χαμένη μέσα στις σκέψεις της ......................ακούστηκε το "μπαμ"



συνεχίζεται